Περιουσιακές αξιώσεις μετά το διαζύγιο- Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα και το ειδικό ζήτημα αξίωσης εταιρικών συμμετοχών του συζύγου.
Κοινό τόπο αποτελεί στην δικηγορική πρακτική το ερώτημα, τί δικαιούμαι μετά το διαζύγιο; Ειδικά για τον οικονομικά ασθενέστερο σύζυγο, (συνήθως την σύζυγο), η έλλειψη ενός σαφούς πλαισίου για τον διαμοιρασμό της συζυγικής περιουσίας μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, αποτελεί έναν βασικό λόγο αποφυγής της «σύγκρουσης» που απαιτεί η έξοδος από έναν γάμο, γεγονός που καθίσταται έτι προβληματικό στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, η οποία μπορεί να λαμβάνει την μορφή οικονομικού ελέγχου και καταναγκασμού ακόμη και στην περίπτωση ζευγαριών ιδιαίτερης οικονομικής επιφάνειας.
Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αποτελέσει ένα βασικό «εγχειρίδιο» για το ερώτημα: τί δικαιούμαι όταν χωρίζω; Υπάρχει κοινή συζυγική περιουσία και τι μερίδιο μου αναλογεί; Γίνεται ειδικότερα ανάλυση της αξίωσης της συμμετοχής στα αποκτήματα του άρθρου 1400 ΑΚ, ενώ ξεχωριστή μνεία γίνεται για την περίπτωση που κύριο της περιουσίας, η οποία δημιουργήθηκε εντός του γάμου, δεν αποτελεί νομικά ο σύζυγος αλλά η «εταιρεία» στην οποία συμμετέχει.
- Η αρχή της διάκρισης των περιουσιών υπό το Ελληνικό δίκαιο- Η αξίωση της συμμετοχής στα αποκτήματα ως «αντιστάθμισμα».
Παρότι η έκθεση στην ιδίως αγγλοσαξονικών καταβολών παραγωγή κινηματογραφικού περιεχομένου έχει δημιουργήσει την κοινή πεποίθηση πώς μετά το διαζύγιο δικαιούμαι το «50%» απ’ ότι αποκτήθηκε κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η σύλληψη αυτή απέχει παρασάγγας από την Ελληνική δικαιϊκή πραγματικότητα. Το άρθρο 1397 ΑΚ ορίζει πώς καταρχήν ο γάμος δεν μεταβάλει την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων. Αυτό συνεπάγεται πρακτικά πώς οτιδήποτε αποκτά στην κυριότητα του ο ένας σύζυγος κατά την διάρκεια του γάμου, παραμένει στο όνομα του και μετά την λύση του γάμου. Η μόνη εξαίρεση που προβλέπει ο νόμος στο παραπάνω σύστημα είναι η ύπαρξη σύμβασης κοινοκτημοσύνης, θεσμός, ο οποίος στην πράξη ελάχιστα έχει χρησιμοποιηθεί (διαφορετική είναι η περίπτωση διεθνών ζευγαριών, τα οποία έχουν επιλέξει ως εφαρμοστέο στις περιουσιακές τους σχέσεις δίκαιο άλλου κράτους, το οποίο ενδέχεται να προβλέπει ακόμη και την περίπτωση σύναψης προγαμιαίων συμβολαίων, βλ. αναλυτικά για περισσότερες λεπτομέρειες https://eliasyiannatsis.gr/progamiaia-symvolaia-stin-ellada-ki-omos-ginetai/).
Ακόμη και το ότι μετά την διάσταση είναι δυνατόν να παραχωρηθεί στον μη κύριο σύζυγο η οικογενειακή κατοικία (παρότι δηλαδή ανήκει στον έτερο σύζυγο) δεν μεταβάλει το γεγονός πώς η εν λόγω κατοικία ως αντικείμενο της κυριότητας του θα παραμείνει στην ιδιοκτησία του μετά την λύση του γάμου, χωρίς π.χ. να μπορεί το έτερο μέρος να αξιώσει την μεταβίβαση αυτής στον ίδιο. Το οικονομικά ασθενέστερο μέρος φαίνεται λοιπόν να μένει καταρχήν έκθετο.
Την ανισότητα αυτή έρχεται να αντισταθμίσει η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άρθρου 1400 ΑΚ. Κατά την ακριβή διατύπωση της διάταξης «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».
Με λίγα λόγια, ο σύζυγος δικαιούται μετά την λύση του γάμου ή την παρέλευση τριετούς διάστασης να αξιώσει την απόδοση τους μέρους της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου, η οποία προέρχεται από την δική του συμβολή και θεωρείται καταρχήν πώς ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης.
- Τί αποτελεί περιουσιακή επαύξηση και πώς υπολογίζεται;
Ως αύξηση της περιουσίας δεν θεωρείται μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά ανάμεσα στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, η οποία προκύπτει από την σύγκριση της περιουσίας του κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία)με την υπάρχουσα κατά τον χρόνο γέννησης της αξίωσης επί των αποκτημάτων (τελική περιουσία). Είναι σημαντικό να σημειωθεί πώς στην πράξη αύξηση περιουσίας νοείται και η αύξηση της αξίας της και όχι μόνο των περιουσιακών στοιχείων της, καθώς τα τελευταία μπορεί να μείνουν τα ίδια, αλλά η αξία τους να μεταβληθεί (ένα απλό παράδειγμα αποτελεί η ανακαίνιση ενός σπιτιού ιδιοκτησίας του υπόχρεου με δαπάνες του άλλου συζύγου, που οδηγούν στην αύξηση της αξίας του).
Ως χρόνος προσδιορισμού της τελικής περιουσίας νοείται είτε ο χρόνος λύσης του γάμου είτε, στην περίπτωση που η αγωγή ασκείται λόγω παρέλευσης τριετούς διάστασης, ο χρόνος παρέλευσης αυτής.
Περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο της αξίωσης ενδέχεται να αποτελούν
– εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά και ακίνητα
– χρήματα σε ρευστό ή τραπεζικές καταθέσεις (ακόμη και τυχόν καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό με τρίτα πρόσωπα)
– πνευματικά δικαιώματα
– Μετοχές Α.Ε., εταιρικά μερίδια σε Ε.Π.Ε. ή προσωπικές εταιρείες, ομόλογα (χωρίς όμως να περιλαμβάνεται η εταιρική περιουσία που ανήκει στο νομικό πρόσωπο, βλ. αναλυτικά παρακάτω).
Δεν περιλαμβάνονται απαιτήσεις που ήταν γεννημένες και απαιτητές πριν από το γάμο και καταβλήθηκαν μετά την τέλεση του. Αντίθετα, συμπεριλαμβάνονται απαιτήσεις που ήταν γεννημένες και απαιτητές πριν από την τελεσίδικη λύση του γάμου και καταβλήθηκαν μετά από αυτή.
Όπως ορίζει το γράμμα του νόμου, δεν λογίζονται επίσης ως περιουσιακή επαύξηση του υπόχρεου συζύγου ότι ο τελευταίος απέκτησε από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Αντίστοιχα δεν συμπεριλαμβάνεται ότι απέκτησε ο υπόχρεος από χαριστική αιτία εν γένει, λ.χ. γονικές παροχές.
- Πώς μπορώ να αξιώσω περισσότερο από το 1/3 τη περιουσιακής επαύξησης του συζύγου μου και αντίστοιχα να ανταποδείξω πώς η συμβολή του ανέρχεται σε λιγότερο από το 1/3 ή είναι μηδαμινή; Ειδικότερα η έννοια της «συμβολής».
Από την στιγμή που ο νόμος ορίζει πώς για την έγερση της αξίωσης απαιτείται συμβολή «με οποιονδήποτε τρόπο» συνάγεται ότι η εν λόγω συμβολή καλύπτει ένα ευρύ φάσμα των μορφών που μπορεί να λάβει η συμπαράσταση του ενός συζύγου προς τον άλλον, λ.χ. παροχή κεφαλαίου, παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, καλές κοινωνικές ή γενικότερα επαγγελματικές συναναστροφές κτλ.
Εφόσον δεν αποδεικνύεται διαφορετικά, η το ύψος της αξίωσης ανέρχεται, όπως αναφέρθηκε, στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης.
Μπορεί όμως ο δικαιούχος να απαιτήσει μεγαλύτερο ποσοστό π.χ. το ½ εφόσον αποδείξει ότι η συμβολή του εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας ή σε δραστηριότητα που συνεπάγεται την άμεση ή έμμεση αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Πολύ συχνή είναι επίσης η περίπτωση συμβολής με την παροχή προσωπικής εργασίας χωρίς αμοιβή στην επιχείρηση του υπόχρεου συζύγου. Στην επίσης συνήθη περίπτωση που η συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες γίνεται με την οικιακή εργασία του συζύγου, η χρηματική αποτίμηση αυτής μπορεί να προκύπτει από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος που θα αποκόμιζε, αν αντί για τις υπηρεσίες αυτές ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα.
Από την άλλη, ο εναγόμενος υπόχρεος μπορεί να ανταποδείξει ότι η συνεισφορά του φερόμενου ως δικαιούχου ήταν λιγότερη από το 1/3 ή ακόμη και μηδαμινή.
Ομοίως, η ύπαρξη παθητικού της περιουσίας αποτελεί ένσταση που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εναγόμενος. Αντίστοιχα, ο εναγόμενος μπορεί ενδεικτικά να προβάλει κατ’ ένσταση πώς περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου εκποιήθηκε και το αντάλλαγμα διατέθηκε για τις ανάγκες της οικογένειας, ένσταση παραίτησης του δικαιούχου από την αξίωση, ένσταση προκαταβολής (ότι δηλαδή έχει ήδη προκαταβληθεί στον δικαιούχο χρηματικό ποσό έναντι της αξίωσης του επί των αποκτημάτων, ένσταση συμψηφισμού με την δική του αντίστοιχη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του ενάγοντος ή και ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
- Τί συμβαίνει όταν η περιουσία δεν ανήκει στον ίδιο αλλά σε εταιρεία στην οποία συμμετέχει;
Όπως γίνεται πλέον πάγια δεκτό στην νομολογία (βλ. ενδεικτικά την ΑΠ 312/2023), αντικείμενο της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα αποτελεί μόνο η ατομική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, που είναι εταίρος σε προσωπική ή κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, και όχι τα επί μέρους στοιχεία του ενεργητικού της εταιρίας. Η θέση αυτή συχνά προκαλεί εκ πρώτης όψεως μία «ανισορροπία» στην περίπτωση που η περιουσία, την οποία απέκτησε με συμβολή του δικαιούχου συζύγου ο υπόχρεος, αποτελεί νομικά περιουσία της εταιρίας ή ακόμη των εταιριών του… Ακόμη πιο προβληματική μπορεί να εμφαίνεται στην πράξη η περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται στην κυριότητα μίας μονοπρόσωπης κεφαλαιουχικής εταιρίας (στην οποία συμμετέχει δηλαδή κατ’ αποκλειστικότητα ο σύζυγος).
Παρότι δεν μπορεί να τεθεί εμπόδιο στην επιχειρηματική ελευθερία που κατοχυρώνει η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου, γίνεται δεκτό πώς στην περίπτωση που ο υπόχρεος προβαίνει σε σύσταση εικονικής εταιρίας, στην οποία περιέρχεται η αποκτώμενη από αυτόν περιουσία, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν πρέπει να υπολογίζονται στην περιουσία της εταιρίας, αλλά στην περιουσία του ίδιου. Αυτό σημαίνει ότι ο υπόχρεος σύζυγος θα εξακολουθεί να ευθύνεται για την απόδοση της συνεισφοράς του δικαιούχου στην εν λόγω περιουσιακή επαύξηση, ακόμη κι αν αυτή «τύποις» φαίνεται να αφορά το νομικό πρόσωπο.
Αντί επιλόγου
Η ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων αποτελεί ένα ακανθώδες πεδίο, επόμενο του χωρισμού ενός ζευγαριού και προαπαιτεί την αναγκαία νομική καθοδήγηση (σημειωτέον πώς τα παραπάνω ισχύουν και για την περίπτωση ζευγαριών που έχουν τελέσει σύμφωνο συμβίωσης, όχι όμως για τα ζευγάρι σε ελεύθερη ένωση, τα οποία θα πρέπει να αναζητήσουν τυχόν συμβολές στην περιουσιακή επαύξηση του συντρόφου τους στην βάση των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό). Είτε πρόκειται για τον δικαιούχο που βρίσκεται στην διαδικασία αναζήτησης της κατάλληλης συμβουλής για την εξασφάλιση της αξίωσης του είτε για τον υπόχρεο, ο οποίος ενδιαφέρεται για την προστασία από καταχρηστικές αναδιανεμητικές της περιουσίας αξιώσεις, είναι ανάγκη να απευθυνθεί κανείς έγκαιρα σε εξειδικευμένο δικηγόρο, ειδικά όταν πρόκειται να ληφθούν προληπτικά μέτρα για την εξασφάλιση της αξίωσης.
