Post Image

Η επικοινωνία του παιδιού με «τρίτους», γονείς και μη: η νέα διάταξη του άρθρου 1520 του Αστικού Κώδικα

Με σκοπό να καταστήσει το οικογενειακό δίκαιο ακόμη πιο παιδοκεντρικό, ο ν. 4800/2021 έχει επιφέρει σε ένα πλήθος διατάξεων ριζικές αλλαγές, η έκταση μάλιστα των οποίων δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας. Μία τέτοια διάταξη είναι αυτή του άρθρου 1520§2 εδ.β’.

Σύμφωνα με την ΑΚ 1520§2 εδ.β’ οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τρίτους που έχουν αναπτύξει με το παιδί κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, εφόσον με την επικοινωνία εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου. Αυτό σημαίνει ότι οι εν λόγω τρίτοι, νομικά «άσχετοι» καταρχήν με την οικογένεια του τέκνου, χωρίς να είναι ανάγκη να είναι οι γονείς του ή οι παππούδες του, οι «νομικοί» ή οι βιολογικοί γονείς του, θα είναι σε θέση να αξιώσουν από τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου την επικοινωνία με αυτό, επιτυγχάνοντας την δικαστική ρύθμιση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας μαζί του.

Ας δούμε καταρχήν ποιοι είναι αυτοί «οι τρίτοι».

Με τον ίδιο τρόπο που ο νομοθέτης επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι το παιδί θα κρατήσει στην ζωή του και τους δύο γονείς του, αφήνει ένα νομικό «παράθυρο» για να παραμείνουν στην ζωή του τέκνου αντίστοιχα πρόσωπα, η επικοινωνία με τα οποία εξυπηρετεί το συμφέρον του, αλλά δεν υπάγονταν μέχρι τώρα στα στεγανά του οικογενειακού μας δικαίου. Ποια πρόσωπα είναι αυτά διαφέρει από παιδί σε παιδί με τον ίδιο τρόπο που διαφέρει και η εξειδίκευση του συμφέροντός του και ως ζήτημα πρέπει να κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, για το κάθε συγκεκριμένο παιδί. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται και η αόριστη νομική έννοια «κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης».

Σε μία πρώτη θεωρητική προσέγγιση της νέας διάταξης «Η κοινωνικοσυναισθηματική σχέση πρέπει να είναι οικογενειακής φύσης, δηλαδή να αναπτύσσει λειτουργία όμοια με της οικογένειας, να συνδέεται με τη φροντίδα, την προστασία του παιδιού, τη δημιουργία στο παιδί αισθημάτων ασφάλειας, ψυχοκοινωνικής ισορροπίας και συναισθηματικής ευεξίας. Στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται και όσα είχαν αναλάβει την ευθύνη να φροντίζουν το παιδί και έχουν για τον λόγο αυτόν αναπτύξει στενή κοινωνικο- οικογενειακή σχέση μαζί του, ιδίως στις περιπτώσεις που συνοικούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί με το παιδί» (βλ. Γεώργιος Λέκκας, Η Επιμέλεια του Παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα μετά το Ν. 4800/2021).

«Τρίτος» λοιπόν μπορεί να είναι ο πατέρας του παιδιού, ο οποίος δεν έχει προβεί ακόμη στην αναγνώρισή του και συνεπώς δεν αποτελεί κατά νόμο «γονέα» του. Η μη αναγνώριση του τέκνου δεν αποτελεί πλέον στις περισσότερες περιπτώσεις αδιαφορία του πατέρα και εγκατάλειψη της μητέρας, αλλά σημάδι μίας νέας κοινωνικής πραγματικότητας κατά την οποία ολοένα και περισσότερα ζευγάρια συνοικούν και δημιουργούν οικογένεια χωρίς να έχουν συνάψει γάμο, με αποτέλεσμα τα παιδιά να γεννιούνται χωρίς να καλύπτονται από το τεκμήριο πατρότητας. Ο χωρισμός συχνά έρχεται ξαφνικά, ακόμη και πριν την γέννηση των παιδιών (σημειωτέον ότι αναγνώριση του τέκνου πριν την γέννησή του, αναγνώριση του κυοφορούμενου δηλαδή, αμφισβητείται τόσο από μερίδα της θεωρίας όσο και από «μερίδα ληξιαρχείων»).

Η συνέπεια είναι, λόγω της όξυνσης των σχέσεων των συντρόφων, ο πατέρας, του οποίου ο ρόλος και η έμπρακτη συμμετοχή στην ανατροφή του παιδιού μέχρι πρότινος δεν αμφισβητούνταν, να μένει μετέωρος. Στην περίπτωση που η μητέρα π.χ. επειδή δεν επιθυμεί την ανάμιξη του πατέρα στην ζωή της και περαιτέρω στην ζωή του παιδιού (ειδικά δεδομένης της νέας ρύθμισης κατά την οποία καθαυτή η αναγνώριση του εκτός γάμου γεννηθέντος τέκνου έχει ως συνέπεια την από κοινού με την μητέρα άσκηση της γονικής μέριμνας), αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση, απαιτείται ο πατέρας να κινήσει έναν δικαστικό αγώνα για το αυτονόητο: την αναγνώριση ότι είναι πατέρας.

Η δικαστική αναγνώριση πατρότητας είναι μία διαδικασία που μπορεί να κρατήσει πολύ, όπως κάθε δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί να γίνει π.χ. με την διαδικασία των ασφαλιστικών, καθώς απαιτείται πλήρης απόδειξη, και εισάγεται μόνο με αγωγή. Μέχρι την τελεσιδικία της θετικής απόφασης, ο πατέρας υπό το προηγούμενο καθεστώς δεν μπορούσε να αξιώσει την επικοινωνία με το παιδί, με αποτέλεσμα να παγιώνεται μία κατάσταση αποξένωσης μεταξύ τους, η οποία δύσκολα κάμπτεται και σίγουρα απαιτείται κάτι πολύ παραπάνω από δικαστήρια για να καμφθεί (συνεργασία των γονέων, η οποία θα είναι μάλλον ανέφικτη, συνδρομή υπηρεσιών παροχής ψυχικής βοήθειας, οι οποίες επίσης συχνά υπολειτουργούν κτλ). Με τη νέα διάταξη του άρθρου 1520 ο πατέρας αυτός, βιολογικός αλλά όχι «νομικός», θα μπορεί και πριν την τελεσιδικία της απόφασης για την αναγνώριση της πατρότητας, ακόμη και με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διεκδικήσει την επικοινωνία με το παιδί του προκειμένου να συνεχίσει να το φροντίζει, όπως και πριν, εξυπηρετώντας το συμφέρον του.

Σημειωτέον ότι στους «τρίτους» περιλαμβάνονται και συγγενείς άλλοι από τους γονείς, τους παππούδες, τις γιαγιάδες και τους αδελφούς του τέκνου (το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας των οποίων προβλέπεται στο πλαίσιο του ίδιου άρθρου ρητά), όπως είναι οι θείοι και οι ξάδελφοί του.

Στη νέα διάταξη μπορεί επίσης να υπαχθεί μία κατά κάποιον τρόπο αντίθετη περίπτωση: αυτή του κοινωνικού γονέα, που δεν είναι επίσης «κατά νόμο» γονέας. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αξιώσει την συνέχιση της επικοινωνίας του με το τέκνο πρόσωπο, με το οποίο το παιδί δεν συγγενεύει καταρχήν, αλλά αποτελεί γι’ αυτό στην ουσία ένα πρόσωπο αναφοράς του μέσα από την έμπρακτη στοργή και φροντίδα που του επιδεικνύει και την «οικογενειακή» κατ’ αυτόν τον τρόπο σχέση, που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους. Υπάγονται δηλαδή στην περίπτωση αυτή π.χ. ο σύντροφος του γονέα, με τον οποίο διέμενε το παιδί και ο οποίος δεν αποτελεί νομικά τον γονέα αυτού (δεν έχουμε π.χ. υιοθεσία τέκνου συζύγου).

Η περίπτωση αυτή ενδιαφέρει πρωταρχικά τα ομόφυλα ζευγάρια, η οικογενειακή ζωή των οποίων ακόμη μία φορά αγνοήθηκε από τον Έλληνα νομοθέτη. Όπως επισήμανε η Επιτροπή για την σύνταξη της Εθνικής Στρατηγικής για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ««Ένα άλλο επί μέρους ζήτημα που θα πρέπει να διευθετηθεί είναι αυτό των τέκνων που ήδη μεγαλώνουν με ΛΟΑΤΚΙ+ γονείς αλλά η Πολιτεία δεν αναγνωρίζει γονεϊκά δικαιώματα στον μη βιολογικό γονέα. Αυτό δημιουργεί σειρά σοβαρών προβλημάτων, ιδίως σε ανήλικα τέκνα. Για παράδειγμα, ο μη νομικά αναγνωρισμένος γονέας δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις για το παιδί του, όπως για παράδειγμα, για σχολικά ζητήματα ή σε περίπτωση που αυτό νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Στην περίπτωση που πεθάνει ο βιολογικός και νομικά αναγνωρισμένος γονέας, τα παιδιά του ενδέχεται να καταλήξουν σε κάποιον μακρινό συγγενή ή ακόμη και σε ίδρυμα. Αντίστοιχα, αν πεθάνει ο μη νομικά αναγνωρισμένος γονέας, τα παιδιά του στερούνται των κληρονομικών δικαιωμάτων τους. Επίσης, αν οι δύο γονείς χωρίσουν, ο μη νομικά αναγνωρισμένος γονέας δεν μπορεί να διεκδικήσει συμμετοχή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Τέτοιου είδους προβλήματα αντιμετωπίζουν σήμερα στην Ελλάδα πολλά παιδιά που μεγαλώνουν με ΛΟΑΤΚΙ+ γονείς και υπολογίζονται ανεπισήμως σε μερικές εκατοντάδες. Συνεπώς, για αυτό το ειδικό ζήτημα προτείνεται η θεσμοθέτηση μεταβατικής διάταξης που θα ρυθμίζει το πρόβλημα αναγνωρίζοντας τον δεύτερο γονέα του παιδιού».

Φυσικά, η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του νέου άρθρου 1520 του Αστικού Κώδικα δεν επιλύει την αφάνεια του κοινωνικού γονέα στην περίπτωση των «πολύχρωμων» οικογενειών. Δίνει όμως μία δικλείδα ασφαλείας σε αυτόν για την περίπτωση χωρισμού, ότι θα μπορεί να συνεχίσει να επικοινωνεί με το τέκνο του, διεκδικώντας ακόμη και την διανυκτέρευση ή την περίοδο διακοπών με αυτό, ακόμη κι αν δεν αναγνωρίζεται νομικά ως γονέας του. Σημειωτέον ότι μετά την ψήφιση του Ν. 4800/2021 ορίζεται ρητά υπό το νέο άρθρο 1511 ΑΚ, ότι οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με την ρύθμιση της γονικής μέριμνας λαμβάνεται ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων. Για τον ίδιο λόγο, το γεγονός ότι εν προκειμένω το πρόσωπο, με το οποίο το παιδί έχει αναπτύξει κοινωνικοσυναισθηματική σχέση οικογενειακής φύσης, είναι για το νόμο απλώς ο ομόφυλος σύντροφος του γονέα του, δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην εξυπηρέτηση του συμφέροντός του.

Πλέον πρόσφατα μάλιστα, με την υπ’ αριθμ. 145/2020 απόφασή του το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε στο πλαίσιο υπόθεσης διεθνούς απαγωγής παιδιού, ότι το συμφέρον της ανήλικης επέτασσε να μην επιστρέψει αυτή στην βιολογική της μητέρα στην Αγγλία, αλλά αντίθετα να παραμείνει υπό την de facto επιμέλεια και φροντίδα της κοινωνικής «ψυχολογικής» της μητέρας στην Ελλάδα, στηριζόμενη στο εξής σκεπτικό «Η ανήλικη, παρά το ότι είναι μόλις 6,5 ετών, όπως φάνηκε, έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει το περιβάλλον της μιας χώρας και της άλλης (τουλάχιστον από την πλευρά και ως προς εκείνα τα σημεία που αφορούν και αγγίζουν τη δική της ζωή), δείχνει ευχαριστημένη και συναισθηματικά ασφαλής με την καθημερινότητά της και το περιβάλλον που ζει σήμερα και εκτός από τα συναισθήματα αγάπης που τρέφει για την καθ’ ης -γονέα της, φαίνεται ότι έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό και ψυχικό δεσμό μαζί της. Το παιδί εκδήλωσε με κατηγορηματικό τρόπο τη συγκεκριμένη προτίμησή του να εξακολουθήσει να ζει στη Θεσσαλονίκη, επιχειρηματολογώντας ξεκάθαρα σε βάρος της αιτούσας βιολογικής της μητέρας, η οποία μαλώνει συνέχεια με την καθ’ ης, την οποία αποκαλούσε μητέρα της, ότι δεν την θέλει γιατί την εγκατέλειψε, ενώ η καθ’ ης μητέρα της δεν την έχει εγκαταλείψει ποτέ».

Ανακεφαλαιώνοντας, ο «τρίτος» θα πρέπει να αποδείξει αφενός την ύπαρξη της εν λόγω, προϋφιστάμενης της επικοινωνίας, κοινωνικοσυναισθηματικής σχέσης οικογενειακής φύσης, μη αρκούντος δηλαδή του γεγονότος της ύπαρξης συγγένειας ούτε όμως της ύπαρξης απλώς και μόνο κοινωνικοσυναισθηματικής σχέσης (π.χ. φίλοι ή συναθλητές του παιδιού), και αφετέρου ότι η πραγματοποίηση της εν λόγω επικοινωνίας είναι επωφελής για το παιδί. Υποστηρίζεται όμως ότι περιλαμβάνονται στην διάταξη και οι περιπτώσεις των υπό διαμόρφωση σχέσεων, οι οποίες αν εξελιχθούν, δύνανται να προαγάγουν το συμφέρον του παιδιού (βλ. Γεώργιο Λέκκα, ο.π.). Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο για την περίπτωση π.χ. του πατέρα τέκνου εκτός γάμου, ο οποίος λόγω του χωρισμού από την μητέρα του τέκνου σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει καταφέρει να αλληλοεπιδράσει παρά ελάχιστα με αυτό. Ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις, το γεγονός ότι η επικοινωνία προάγει το συμφέρον του τέκνου δεν μπορεί παρά να τεκμαίρεται. Αυτό είναι άλλωστε και το πνεύμα του νέου νόμου, ο οποίος σε συμμόρφωση με την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού νοεί το συμφέρον του τέκνου σε ευθεία εξάρτηση από την επαφή και με τους δυο γονείς του.

Είναι σαφές ότι το οικογενειακό δίκαιο στην χώρα μας έχει αρχίσει να αλλάζει φέροντας πραγματικά στο προσκήνιο το παιδί και το συμφέρον του ως μεθοδολογικό εργαλείο για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν με επίκεντρο αυτό. Δεν έχει τόσο σημασία αν είναι κανείς γονέας «νομικά» αλλά αν κοινωνικοσυναισθηματικά μπορεί να αποτελέσει για ένα παιδί αυτό που αποκαλεί κανείς «οικογένεια».

svgΣεπτέμβριος 2022 – Απόφαση υπ’ αριθμ. 6075/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ασφαλιστικά): Ανάθεση της επιμέλειας του παιδιού στον πατέρα και υποχρέωση της μητρικής γιαγιάς να το αποδώσει για να ζήσει μαζί του στο εξωτερικό με απειλή χρηματικής ποινής 1000 ευρώ και προσωπικής κράτησης αυτής 10 ημερών
svg
svgΝοέμβριος 2022 – Υπ’ αριθμ. 7225/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)- Ρύθμιση επικοινωνίας πατέρα με τέκνο εκτός γάμου που κατοικεί στο εξωτερικό