Post Image

Case Study: Υπ’ αριθμ. FD22P0652 Διαταγή Επιστροφής Παιδιού του Οικογενειακού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας- Επιστροφή του παιδιού στην μητέρα του στην Ελλάδα από την Αγγλία σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης του 1980 για τα Aστικά Θέματα της Διεθνούς Απαγωγή Παιδιών μετά από ένα χρόνο «ομηρίας» από τον πατέρα του στην Αγγλία.

Στις 2 Φεβρουαρίου 2023 το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court of Justice– Family Division) συνεδρίασε προκειμένου να αποφασίσει επί της αίτησης που υπέβαλε η πελάτισσα του γραφείου για την επιστροφή του ανήλικου γιου της, ηλικίας οχτώ ετών, από την Αγγλία, όπου τον είχε μετακινήσει παράνομα και χωρίς την συναίνεση της ο πατέρας του, στην Ελλάδα, όπου έμενε η ίδια. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η μητέρα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του πατέρα, δεν ήταν επικίνδυνη προς το παιδί, απέρριψε την ένσταση του και έκανε δεκτή την αίτηση της μητέρας διατάσσοντας την ίδια ημέρα τον τρόπο επιστροφής του μαζί της στην Ελλάδα. Ο ίδιος υποστήριξα την μητέρα στην αίτηση της και λειτουργώντας ως νομικός παραστάτης της στην Ελλάδα πέτυχα σε συνεργασία με την δικηγορική εταιρεία Dawson Cornwell στο Λονδίνο την επιστροφή του παιδιού.

Η υπόθεση που έφτασε να κριθεί στις αίθουσες του Ανώτατου Αγγλικού Δικαστηρίου είχε ως εξής: Ο ανήλικος, ηλικίας 7 ετών, μεγάλωνε με την μητέρα του στα Χανιά της Κρήτης. Η μητέρα εργαζόταν στην εστίαση και τον μεγάλωνε ουσιαστικά μόνη της. Ο Αγγλικής ιθαγένειας σύντροφος της μητέρας και πατέρας του παιδιού, με τον οποίο δεν είχαν τελέσει γάμο αλλά είχε αναγνωρίσει το παιδί ως δικό του, ζούσε επίσης στην περιοχή των Χανίων, ωστόσο η συμμετοχή του στην ανατροφή του παιδιού ήταν «επιδερμική»: η οικονομική βοήθεια που παρείχε ήταν ελάχιστη έως μηδενική ενώ όταν κρατούσε το παιδί ακύρωνε με την συμπεριφορά του την διαπαιδαγώγηση και τον τρόπο ανατροφής που είχε υιοθετήσει η μητέρα, μαθαίνοντας του έναν τρόπο ζωής χωρίς όρια και κανόνες και επηρεάζοντας το παιδί εναντίον της. Ο πατέρας κατήγγειλε την μητέρα στις κοινωνικές υπηρεσίες αναφέροντας ότι η μητέρα κατά την διαπαιδαγώγηση του παιδιού ξεπερνούσε τα όρια του σωφρονισμού και γινόταν βίαιη απέναντι στο παιδί. Η κοινωνική λειτουργός που επιλήφθηκε της υπόθεσης έκρινε ότι η μητέρα δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει την ανατροφή του παιδιού και ακολουθώντας την κοινωνική της έκθεση η Εισαγγελία διέταξε το παιδί να ζήσει με τον πατέρα του. Η εν τοις πράγμασι ανάθεση της επιμέλειας του παιδιού στον πατέρα κατέδειξε την ακαταλληλότητα του: το παιδί σε πολύ σύντομο διάστημα επέδειξε μία συμπεριφορά ανησυχητική στο σχολικό περιβάλλον, έδειχνε αποδιοργάνωση και αστάθεια ψυχολογικά, ενώ ο πατέρας παραβίασε συστηματικά τις υποδείξεις της κοινωνικής λειτουργού. Εν τω μεταξύ η μητέρα, αξιολογούμενη και από ψυχίατρο, κρίθηκε ότι ήταν κατάλληλη για την άσκηση του γονεϊκού της ρόλου και χρειαζόταν απλώς να υποστηριχθεί ψυχοκοινωνικά. Η Εισαγγελία διέταξε τον Φεβρουάριο του 2021 το παιδί να επιστρέψει επειγόντως στην φροντίδα της μητέρας του, όμως ο πατέρας δεν ήταν πρόθυμος να συμμορφωθεί στην διαταγή: εκμεταλλευόμενος ολιγοήμερη απουσία της μητέρας απήγαγε το παιδί και το μετέφερε παράνομα στην Αγγλία. Η μητέρα κατήγγειλε τον πατέρα για αρπαγή ανηλίκου και απευθύνθηκε στην Εισαγγελία Χανίων για να την συνδράμει στον εντοπισμό του παιδιού και την επιστροφή του.

Από τότε ξεκίνησε μία εκστρατεία για τον εντοπισμό του παιδιού. Η Εισαγγελία έκανε πολλές άκαρπες προσπάθειες και μέσω του Αγγλικού Προξενείου και μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης να επικοινωνήσει με τις κοινωνικές υπηρεσίες της Αγγλίας με στόχο να εντοπίσει το παιδί, να αξιολογήσει τις συνθήκες της ζωής του και εν τέλει να εξασφαλίσει την επιστροφή του στην χώρα μας. Η μητέρα επικοινώνησε με το γραφείο μας τον Σεπτέμβριο του 2022.

Με την καθοδήγηση μας και σε συνεργασία με την δικηγορική εταιρεία Dawson Cornwell η μητέρα υπέβαλε απευθείας αίτηση στην αρμόδια για την Αστική Απαγωγή Παιδιών σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης 1980 Κεντρική Αρχή της Αγγλίας (ΙCACU), η οποία έκανε δεκτή την αίτηση της και της εξασφάλισε την παροχή νομικής βοήθειας. Άμεσα λήφθηκαν προσωρινά μέτρα, τα οποία οδήγησαν στον εντοπισμό του πατέρα και του παιδιού, την κατάσχεση των διαβατηρίων και την εξ αποστάσεως επικοινωνία του παιδιού με την μητέρα, ενώ δρομολογήθηκε η δίκη της επιστροφής. Ο πατέρας στην δίκη υπέβαλε την ένσταση του άρθρου 13β της Σύμβασης της Χάγης, δηλώνοντας ότι ο ίδιος ήταν αντίθετος στο να επιστρέψει στην Ελλάδα και ότι εάν το παιδί επέστρεφε μόνο του στην Ελλάδα με την μητέρα θα βρισκόταν σε κίνδυνο για την ψυχική και σωματική της ακεραιότητα. Υποστήριξε ότι οι Ελληνικές κοινωνικές υπηρεσίες ήταν «διεφθαρμένες» και ότι οι καταγγελίες του παιδιού για σωματική κακοποίηση δεν είχαν εξεταστεί ενδελεχώς. Από τον φάκελο του ανηλίκου όμως στην Εισαγγελία, προέκυπτε το αντίθετο, ότι δηλαδή όχι απλώς οι κατηγορίες είχαν εξεταστεί ενδελεχώς αλλά και ότι είχε κριθεί πως ο πραγματικά επικίνδυνος για το παιδί, ήταν ο πατέρας και όχι η μητέρα του. Και πάλι όμως το Δικαστήριο είχε την αμφιβολία κατά πόσο οι κοινωνικές υπηρεσίες στην Ελλάδα ήταν σε «ετοιμότητα» να παρακολουθήσουν το παιδί άμα τη επιστροφή του και να εγγυηθούν την ασφάλεια του. Πράγματι από τον φάκελο του ανηλίκου προέκυπτε ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες είχαν ολοκληρώσει το έργο τους και δεν υπήρχε εκκρεμής εντολή από την Εισαγγελία, η οποία να διατάσσει την παρακολούθηση του ανηλίκου, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αγγλικού Δικαστηρίου. Η Εισαγγελία κατ’ εξαίρεση προέβη στην χορήγηση ενός εγγράφου, το οποίο βεβαίωνε όχι απλώς ότι θα παρακολουθούσε τον ανήλικο αλλά και ότι είχε ενεργά στηρίξει την επιστροφή του στην φροντίδα της μητέρας. Πεπεισμένο ότι ακόμα κι αν το παιδί μπορούσε να βρεθεί στον οποιονδήποτε κίνδυνο είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την σωματική και ψυχική του ακεραιότητα, το δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του παιδιού.

Ο τρόπος αντιμετώπισης της υπόθεσης από το Αγγλικό Δικαστήριο είναι σύμφωνος με το πνεύμα της Σύμβασης της Χάγης του 1980 για τα Αστικά Θέματα της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών. Λόγω της επείγουσας φύσης της διαδικασίας (“hot pursuit case”) το δικαστήριο καταρχήν δεν εξετάζει την βασιμότητα των ισχυρισμών αλλά επιδίδεται σε μία νοητική άσκηση που έχει ως εξής: εάν όλα αυτά είναι αληθή, υπάρχουν προστατευτικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν για να αντιμετωπίσουν τον φερόμενο «κίνδυνο» και επομένως να διαταχθεί η επιστροφή; Από εκεί και πέρα, για την ουσία της υπόθεσης, και τα ζητήματα της επιμέλειας του παιδιού είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους προέλευσης (στην προκειμένη περίπτωση τα Ελληνικά δικαστήρια). To πνεύμα αυτό αντανακλά και η ρύθμιση υπό την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του Κανονισμού 1111/2019 σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση που το δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού μόνο βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν αρνείται την επιστροφή του παιδιού αν ο διάδικος που ζητά την επιστροφή του παιδιού πείσει το δικαστήριο παρέχοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ή αν το δικαστήριο πεισθεί με άλλον τρόπο, ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του».

Αντί επιλόγου

Η Σύμβαση της Χάγης για τα Αστικά Θέματα της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών του 1980 έχει ως στόχο την άμεση επιστροφή του παιδιού στο πρόσωπο αναφοράς και φροντίδας του και την γενικότερη αποκατάσταση της πριν την παράνομη μετακίνηση ζωής του παιδιού. Για τον σκοπό αυτό είναι πολύ σημαντική η δικαστική συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, τον «μεσάζοντα» των οποίων καλούνται συχνά να παίξουν οι δικηγόροι του γονέα που έμεινε πίσω. 

svgΦεβρουάριος 2023 – Υπ’ αριθμ. 845/2023 Απόφαση Ασφαλιστικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- Μη απόκλιση από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, ρύθμιση της επικοινωνίας του πατέρα μαζί τους και της υποχρέωσης συνεισφοράς του στην διατροφή τους
svg
svgΜάρτιος 2023 – Υπ’ αριθμ. 882/2023 Απόφαση του Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών- Αθώωση κατηγορουμένου για ενδοοικογενειακή βία και απειλή